κεκτημένα


κεκτημένα
κτάομαι
procure for oneself
perf part mp neut nom/voc/acc pl
κεκτημένᾱ , κτάομαι
procure for oneself
perf part mp fem nom/voc/acc dual
κεκτημένᾱ , κτάομαι
procure for oneself
perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic)
κτέομαι
procure for oneself
perf part mp neut nom/voc/acc pl
κεκτημένᾱ , κτέομαι
procure for oneself
perf part mp fem nom/voc/acc dual
κεκτημένᾱ , κτέομαι
procure for oneself
perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κεκτημένας — κεκτημένᾱς , κτάομαι procure for oneself perf part mp fem acc pl κεκτημένᾱς , κτάομαι procure for oneself perf part mp fem gen sg (doric aeolic) κεκτημένᾱς , κτέομαι procure for oneself perf part mp fem acc pl κεκτημένᾱς , κτέομαι procure for …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κεκτημέναι — κτάομαι procure for oneself perf part mp fem nom/voc pl κεκτημένᾱͅ , κτάομαι procure for oneself perf part mp fem dat sg (doric aeolic) κτέομαι procure for oneself perf part mp fem nom/voc pl κεκτημένᾱͅ , κτέομαι procure for oneself perf part mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -σύνη — παραγωγική κατάλ. αφηρημένων ουσ. όλων τών περιόδων τής ελλην. γλώσσας. Κατά την επικρατέστερη άποψη, ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα μιας ΙΕ ρίζας στην οποία ανάγονται επίσης τα: αρχ. ινδ. tvanam, αβεστ. θwanәm. Αρχικά, τα θηλ. ον. σε σύνη… …   Dictionary of Greek

  • κρυπτοχριστιανοί — Χριστιανοί που ασπάστηκαν φαινομενικά τον μωαμεθανισμό για να αποφύγουν τους διωγμούς των Οθωμανών κατακτητών, ενώ στην πραγματικότητα διατηρούσαν τη χριστιανική τους πίστη. Οι εξισλαμισμοί στους οποίους προέβαιναν οι Τούρκοι κατακτητές… …   Dictionary of Greek

  • κτώμαι — άομαι (AM κτῶμαι, άομαι, Α ιων. τ. κτέομαι) 1. (ως μέσ.) παίρνω κάτι στην κατοχή μου, πορίζομαι, γίνομαι κύριος, αποκτώ (α. «κτήσεται δ ἄνευ δορὸς αὐτόν τε καὶ γῆν», Αισχύλ. β. «πολλάκις δοκεῑ τὸ φυλάξαι τ άγαθά τοῡ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι»,… …   Dictionary of Greek

  • Δωριείς — Ένα από τα τέσσερα αρχαία ελληνικά φύλα, που κατά το τέλος του 12ου αι. π.Χ. ξεκίνησε από την Ήπειρο, όπου ζούσε σε πρωτόγονες, ημινομαδικές συνθήκες, μετακινήθηκε προς τα Ν και εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας και των… …   Dictionary of Greek